Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Ἡ Μαριγώ


Ο Ζ Παπαντωνίου ήταν από τους τρυφερότερους ποιητές της εποχής του. Απλός αλλά ποτέ απλοϊκός.Δεν συμφωνείτε

Ἡ κοπέλλα ἡ Μαριγὼ
μιὰ δουλειὰ σωστὴ δὲν κάνει.
Τὴν κουζίνα μας ξεχνάνει
καὶ θυμᾶται τὸ χωριό.

Τὰ χεράκια της ἐδῶ,
τὸ μυαλά της ἐκεῖ κάτω.
Πέφτει κι ἔσπασε τὸ πιάτο...
Μαριγούλα, Μαριγώ!

Φέρνει τὸ νερὸ στὸν ὦμο,
μὰ θυμήθηκε ξανά:
«Ποιὸς τὸ δράκο μας κουνᾶ;»
Χύνει τὸ μισὸ στὸ δρόμο.

«Ἡ ἄσπρη κότα τὶ νὰ κάνει;
Τὸ γουρούνι εἶναι γερό;
Ὁ παπποὺς νὰ μὴν πεθάνει;...»
Μαριγούλα, Μαριγώ!

«Θἄβγαλε χηνάκια ἡ χήνα,
θἆναι κίτρινα, σταχτιά,
θὰ τρυγᾶμε αὐτὸ τὸ μήνα,
θὰ μὲ πόνεσε ἡ γιαγιά».

«Τὶ ἔχεις σύννεφο στὰ μάτια,
τὶ ἔχεις ἀναφιλητό;
Κι ἄλλο πιάτο εἶναι κομμάτια,
Μαριγούλα, Μαριγώ;

Πάρε τ᾿ ἄσπρο γιορτινό σου,
τὶς ποδιὲς ποὺ σοῦ φορῶ.
Στὸ χωριό σου, στὸ χωριό σου,
Μαριγούλα, Μαριγώ!»

3 σχόλια:

  1. To διάβασα στη 13χρονη Χριστίνα μου με απαγγελία. Το χάρηκε, έχει στοιχεία τρυφερότητας που τα συναντάς σε αυτή την ηλικία. Για μας Νέαρχε.... παλιμπαιδισμός!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Παλιμπαιδισμός; ίσως ,αλλά εγώ διαβάζοντας το νιώθω πολύ όμορφα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σε καταλαβαίνω, νοιώθω ακριβώς ίδια και απλά χάρηκα που τόνοιωσε και η άγουρη κόρη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή